View More

Billy Sheehan - Holy Cow!

Label
Mascot/Soundforge
Κυκλοφορία
Μαρ-09
Βαθμολογία
4
Κείμενο: Βαγγέλης Πούλιος

Όσοι θυμούνται εκείνο το ασπρόμαυρο βίντεο-κλιπ του τραγουδιού “To Be With You” των Mr. Big πίσω στα 1990s, θα έχουν συγκρατήσει και την εικόνα του ψιλόλιγνου ξανθού μπασίστα της μπάντας, του Billy Sheehan. Οι μεγαλύτεροι ίσως τον θυμούνται και από τα 1980s, να τζαμάρει με τον David Lee Roth – όταν o δεύτερος είχε φύγει από τους Van Halen – και αργότερα με τον Steve Vai. 28 δε χρόνια έχουν περάσει περίπου από την ημέρα όταν ο Billy Sheehan άφηνε το σπίτι του στο Buffalo, βάζοντας πλώρη για τη Νέα Υόρκη, σαν μέλος των Talas. Από τότε έχει αλλάξει διάφορες μπάντες, έχει εργαστεί στο πλάι γνωστών μουσικών, ενώ από το 2000 και μετά ρίχνει το βάρος στη σόλο καριέρα του. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με τον τρίτο του προσωπικό δίσκο, Holy Cow! – μια χαρακτηριστική θα έλεγα έκφραση αμερικανικής επαρχίας.

O Sheehan τραγουδάει και παίζει σχεδόν όλα τα όργανα, εκτός από τα drums (Ray Luzier), ενώ στο πλευρό του ροκάρουν για λίγο και μερικοί φίλοι. όπως ο Billy Gibbons (ZZ Top) και ο Paul Gilbert (Mr. Big). Κλασικές rock ηχητικές γραμμές και metal ανοίγματα, jazz και prog αποχρώσεις, blues αναφορές με τη φυσαρμόνικα να ξεφυσάει βαριά. Γενικά παλιομοδίτικος ήχος, με κιθάρες που γκαζώνουν από συνήθεια, κουρασμένα φωνητικά τα οποία φλερτάρουν με την παραμόρφωση και θυμίζουν μερικές φορές Coverdale χωρίς τα κορωνίδια, δυνατά drums και μελωδικό μπάσο. Ο Gibbons ξεφεύγει και κάνει τη διαφορά με το σόλο του (“A Lit’ L Bit’L Do It To ‘Ya Ev’Ry Time”), που είναι ένα από τα καλύτερα σημεία στο Holy Cow!, καθώς πολλά άλλα γύρω του, αν και ακούγονται εντυπωσιακά, είναι μάλλον εφετζίδικα και φλύαρα.

Το Holy Cow!, είναι δίσκος με όλα τα συστατικά για να γίνει αγαπητός κυρίως στους παλιοροκάδες αλλά και σε μερικούς μεταλλάδες. Συνολικά όμως αποδεικνύεται μια άνιση υπόθεση, με τη φωνή μάλιστα του Sheehan να λειτουργεί υπέρ της ανισότητας αυτής, αφού από τη μια πασχίζει να μεταδώσει ένα rock στίγμα, αλλά την επόμενη στιγμή σε προσγειώνει ανώμαλα σε πιο ανάλαφρες, «ποζεράδικες» ατμόσφαιρες. Παίζει μεν πολύ καλά το μπάσο και ικανοποιητικά τα υπόλοιπα όργανα, όμως τα παιξίματα είναι κάτι παραπάνω από προβλέψιμα, ενώ η πλειοψηφία των τραγουδιών αγγίζει τα όρια του ανούσιου mainstream ουκ ολίγες φορές – ειδικά οι γλυκανάλατες μπαλάντες. Και τελικά οι συνθέσεις του Sheehan, πέρα από 1-2 tracks, δεν διαθέτουν καμία φρεσκάδα αλλά ούτε και τα γκάζια για να σε πάρουν μαζί τους.

Top