View More

Η (Αφόρητη) Μελαγχολία του Εγχώριου Αγγλόφωνου Ροκ Vol.2

Διονύσης Κοτταρίδης
Διονύσης Κοτταρίδης

Ως όχι και τόσο γνωστόν, κατά πως φαίνεται, ροκ έχει ποιηθεί από αμέτρητες διαφορετικές εκκινήσεις, με εξίσου απροσμέτρητες προσεγγίσεις• το ροκ μπορεί να υπάρξει σε αντίστοιχου αριθμού εκδοχές και να χρησιμοποιηθεί αναλόγως, με βάση το εκάστοτε περιβάλλον και τις ανάγκες των ανθρώπων. Κοινώς το ροκ, πέραν από «επαναστατικό» –κι ας μην το ανοίξουμε τώρα αυτό το ρημάδι το θέμα– μπορεί να είναι κάργα συντηρητικό, εργατικό, αστικό, αντιδραστικό, δεξιό, ακροδεξιό, αριστερό, αναρχοσυνδικαλιστικό, συνοδευτικό, κουλτουριάρικο, ξεκαβλωτικό, αντικαβλωτικό, εφηβικό, ενήλικο, δεινοσαυρικό, σε διάφορους συνδυασμούς αυτών και πολλών, πολλών άλλων. Και το κυριότερο, καθεμιά απ' όλες αυτές τις πιθανότητες διαθέτει εξ ορισμού και εξ ιστορίας τις δικές της πιθανότητες στο κάλλος –με την πιο ευρεία έννοια του όρου.

Αλλά ας πιάσουμε τα καθ' ημάς. Ροκ στην Ελλάδα είναι τα πρώιμα πιθηκίσια γκρουπ της δεκαετίας του εξήντα, οι γιεγιέδες στις ελληνικές ταινίες τα χρόνια της χούντας, είναι ο Σαββόπουλος, οι Socrates, οι Τρύπες, οι Sharp Ties, οι Φατμέ, οι Ονιράμα και η Μόνικα. Εάν δεν δεχθούμε τα παραπάνω, είναι σα να βάζουμε το ροκ πλάι σε θεοκρατικούς ή έστω ανθρωποκεντρικούς «-ισμούς», οι οποίοι λειτουργούν φαντασιακά με όρους μεταφυσικής ή έστω κλινικού εργαστηρίου: δεν φταίει ο Χριστιανισμός, φταίει η ατελής φύση του ανθρώπου και άλλα ανάλογα.

 Akroastika25er

Πέραν της στεγνής περιπτωσιολογίας, ροκ στην Ελλάδα έχει γίνει και γίνεται στη βάση ενός διαλόγου μεταξύ τοπικού και διεθνούς, ροκ έχει γίνει και γίνεται και στα πλαίσια μιας οξείας αντίδρασης στο τοπικό με βάση το διεθνές. Ροκ, βέβαια, έχει γίνει και με διάφορες ενδιάμεσες αποχρώσεις αυτής της γραμμής σκέψης. Διερωτηθείτε το εξής: πότε μορφοποιούνται οι πρώτοι αρραγείς πυρήνες αγγλόφωνου ροκ στα μέρη μας; Η δική μου αίσθηση είναι πως κάτι τέτοιο συμβαίνει στη δεκαετία του ογδόντα, κι ενώ προηγουμένως οι περιπτώσεις είναι κάμποσες, είναι κατά κύριο λόγο μεμονωμένες. Μάλιστα – τυχαία ή όχι δεν γνωρίζω– απ' αυτές τις μεμονωμένες περιπτώσεις ξεπηδούν οι Aphrodite's Child και οι Socrates, οι οποίοι παραμένουν μέχρι και σήμερα τα δύο πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα εγχώριων συγκροτημάτων που πατάνε με αξιώσεις το διεθνές σανίδι.

Απ' την άλλη –διόλου τυχαία νομίζω– οι πρώτες αγγλόφωνες ροκ κοινότητες, περιορισμένες βεβαίως, δημιουργούνται στα χρόνια που έχει κορυφωθεί και παγιωθεί η εγχώρια ανάγκη (στα όρια της νεύρωσης) για «εθνικού» τύπου τέχνη. Και παράλληλα φαντάζομαι έχουν οργανωθεί καλύτερα τα κανάλια ροής της πληροφορίας προς τα μέρη μας, πλέον απ' τα δυτικά μέτωπα του πανκ και του τότε «νέου ροκ» εν γένει. Συνηθίζουμε να υπερθεματίζουμε την ισχύ και τη διείσδυση του πολιτικού τραγουδιού της μεταπολίτευσης, παραμελώντας το γεγονός πως εκείνη την εποχή η Αριστερά ήταν αυτή που έσυρε και τον χορό της «ελληνικότητας», μεταξύ άλλων και στη μουσική. Κοινώς, της έκφρασης με εθνικό καπέλο, σε βαθμό χλευασμού και αφορισμού για τους μη φέροντες αυτό. Και ίσως εδώ, πέραν των όποιων αισθητικών γούστων, έχει τις ρίζες της και η μαζική/αποκλειστική προτίμηση των εγχώριων αγγλόφωνων δημιουργών στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο οποίος όχι μόνο δεν λειτούργησε με τέτοια προαπαιτούμενα, μα εμπλούτισε και την έννοια του εθνικού όταν άλλοι θεωρούσαν μέχρι και το ρεμπέτικο τούρκικη σπορά.

Σε αυτό το περιβάλλον, όπου την ακροδεξιά ελληνοφρένεια έχει διαδεχθεί η κουλτουριάρικη αριστερή ελληνοπρέπεια, περπατάει τα πρώτα της βήματα η μικρή κοινότητα εγχώριου αγγλόφωνου (πλέον) ροκ. Μια κοινότητα που πέραν, πρωτίστως, της γοητείας που της ασκεί η ροκ μυθολογία, αντιδρά μέσω της μουσικής στο κυρίαρχο εθνικού τύπου παράδειγμα. Και αντιδρά με τη φουλ δύναμη και την υπερβολή του ενστίκτου, αποτάσσοντας συλλήβδην όχι μόνο το ντόπιο φολκλόρ, μα και οτιδήποτε θυμίζει Ελλάδα ως εξ ορισμού αναχρονιστικό και συντηρητικό. Πιθανώς και την ίδια της τη γλώσσα, ως την πιο σκληρή εσωτερική υπενθύμιση. Τα εργαλεία –το ροκ– είναι ήδη εκεί, κι εκτός του ότι λάμπουν, απολαμβάνουν από καιρό παγκόσμια φήμη συνώνυμη με τη ρήξη και την αντίδραση. Εδώ η δημιουργική έκφραση φοράει ένα άλλο καπέλο, εκείνο της ροκ ρήξης, με τους εξασκητές της να απολαμβάνουν εξ ορισμού παράσημα προοδευτικότητας και εναλλακτικότητας (έστω στα πλαίσια της ευρύτερης κοινότητας), ανεξάρτητα απ' ό,τι δύνανται να καταθέσουν. 

Κι ας πιάσουμε τώρα τον φοβερό και τρομερό όρο «εναλλακτικότητα», ο οποίος σε σχέση με το εγχώριο αγγλόφωνο ροκ προφανώς λειτουργεί σε δύο επίπεδα. Εναλλακτικό, ίντι ή ανεξάρτητο (διαλέγετε και παίρνετε), διεθνώς υπήρξε το ροκ που επιχείρησε να μετασχηματίσει το μέχρι τότε κυρίαρχο ρεύμα αυτού του ήχου, προτείνοντας έναν άλλον τρόπο. Και τα κατάφερε προ πολλού, καταλαμβάνοντας με τη σειρά του καθεστωτική θέση. Εντός των τειχών, βέβαια, οι εξασκητές του εν λόγω ροκ απέκτησαν ένα πρόσθετο «δικαίωμα» στην εναλλακτικότητα: όχι μετασχηματίζοντας, όχι τροποποιώντας, αλλά χρησιμοποιώντας αυτούσιο κάτι έτοιμο• με όλες τις αναγωγές που εκείνο έφερε, διαρρηγνύοντας βίαια κάθε σύνδεση με το τοπικό –όχι ντε και καλά το εθνικό. Τουτέστιν, είμαι εναλλακτικός όχι μόνο επειδή ακολουθώ τη διεθνή τάση, είμαι εναλλακτικός κυρίως γιατί παίζω ροκ σ' αυτή τη χώρα, που είναι αυτό που είναι. Μάλιστα, παίζω ροκ λειτουργώντας μέσα σε ένα ηχητικό/ιδεολογικό κουκούλι του οποίου η μοναδική σχέση με το περιβάλλον μου και την υπόλοιπη καθημερινότητά μου είναι τα αισθήματα άρνησης εναντίον τους.

Απ' τη μια δηλαδή μυθοποιώ το ροκ ακριβώς επειδή όταν αντιδρά (ή ακόμα κι όταν μηδενίζει) χρησιμοποιεί το «εκεί έξω», ενώ απ' την άλλη το δικό μου εκεί έξω αρνούμαι πεισματικά να το εντάξω στο κόλπο μου, με οποιονδήποτε τρόπο. Ορίστε, λοιπόν, ακόμα ένα ροκ απ' τα πολλά, αυτό που ούτε σύνδεση με τη λαϊκότητα διαθέτει, ούτε έξεις για ψάξιμο και ανοιχτωσιές. Αντιθέτως, μένει προσκολλημένο σ' ένα πρότυπο ήχου το οποίο –ως ροκ περιστερά– υποτίθεται πως θα μεταδώσει την εναλλακτική χάρη στους κατά τόπους αποστόλους του, αρκεί αυτοί να πιστέψουν.

Βεβαίως, η ανάγκη για ρήξη όχι μόνο δεν αποκλείει την ανάγκη για αποδοχή, ίσα-ίσα που τη φουντώνει. Πόσο μάλλον όταν εκείνος ο οποίος επιχειρεί τη ρήξη είναι βαθιά πεπεισμένος πως οι προθέσεις του είναι αγνές και δίκαιες. Κι όταν η φάση είναι ακόμα περιορισμένη, αυτός ο φαύλος κύκλος παραμένει εσωτερικής κατανάλωσης. Όταν όμως η φάση διογκώνεται και πλέον κερδίζει τον χώρο της έξω απ' τα στενά πλαίσια της «κοινότητας», τότε τα σκάγια διασπείρονται αναλόγως. Τότε μια απ' τις κυρίαρχες αφηγήσεις περιέχει σιχτιρίσματα για τον τόπο γέννησής μας –κατά πώς σχολίασε αναγνώστης στο προηγούμενο κείμενο. Και τότε θυμάμαι καρικατουρίστικη ιστορία φίλου μικρού θεούλη, που γύρναγε η μάνα του το απόγευμα και τον έβρισκε γυμνό στο πάτωμα, σε στάση εμβρύου, να κλαίει που δεν γεννήθηκε στο Μπρονξ και τα 'φερε έτσι η μοίρα να γεννηθεί στην πτωχή Καλλιθέα.

Είναι τυχαία νομίζετε η ανάγκη δημιουργίας αθηναϊκών μικρογραφιών/αναγωγών των μητροπόλεων της ποπ/ροκ κουλτούρας; Εδώ έχει γραφτεί σε έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας πως σε Κυψέλη και Εξάρχεια λειτουργούσαν διακριτές ροκ σκηνές, οι οποίες μάλιστα δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους... Τη δεκαετία του ογδόντα μάλιστα, όταν η φάση ήταν αν όχι στα όρια του τρεις κι ο κούκος, τότε τουλάχιστον περιορισμένη. Είναι τυχαία νομίζετε τα κριτικά στάδια ετεροκαθορισμού της εγχώριας αγγλόφωνης σκηνής; Απ' το για «ελληνικό καλό είναι» πήγαμε στο «είναι εξ ίσου καλό με τα αλλοδαπά» και τώρα διάγουμε την περίοδο «είμαστε πολλές φορές καλύτεροι και περιμένουμε να μας ανακαλύψουν οι άλλοι».  Ποιοι, βέβαια, από εμάς ακούμε –κι όχι από περιέργεια– αγγλόφωνο post-punk απ' την Ιταλία, την Τουρκία ή από οποιαδήποτε άλλη μη αγγλόφωνη χώρα, πέραν των Σκανδιναβικών και κάποιων κεντροευρωπαϊκών που αποτελούν ιδιαίτερες περιπτώσεις, είναι ένα ερώτημα το οποίο μένει να απαντηθεί. Κι ενώ είναι γνωστό πως όπως και στην Ελλάδα, έτσι και στις υπόλοιπες χώρες λειτουργούν εύρωστες αγγλόφωνες σκηνές.

Όσο περίεργο και να φαίνεται σε ορισμένους, δεν έχω τίποτα δόλιες προθέσεις. Ούτε με αφορά στο ελάχιστο να γίνει μια «συζήτηση» στρατοπέδων όπως συνέβη την προηγούμενη βδομάδα, κάτω από το πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, μεταξύ «ελληνόφωνων» και «αγγλόφωνων». Πολύ περισσότερο δε, δεν προσπαθώ να υποδείξω σε κανέναν τι να παίξει και πώς να το παίξει –και να ήθελα δηλαδή... Εκείνο που προσπαθώ να καταδείξω είναι πως η εγχώρια αγγλόφωνη ροκ σκηνή λειτουργεί ακόμα με τα συμπλέγματα πάνω στα οποία δομήθηκε κάτι δεκαετίες πριν, ενώ εδώ και καιρό έχει αποκτήσει μια σημαντική θέση στην κουλτούρα του τόπου. Μάλιστα, όχι μόνο έχει αργοπορήσει χαρακτηριστικά να κάνει το απαιτούμενο update με βάση τις εξελίξεις, αλλά ανεμίζει ακόμα πιο έντονα αυτά τα συμπλέγματα ως παντιέρες τοπικής διαφορετικότητας, ενώ η ίδια σκίζει τα ρούχα της πως το χωριό είναι πλέον παγκόσμιο. Ωστόσο, αυτή η (ψευδ)αίσθηση διαφορετικότητας, ενώ μέχρι ενός σημείου μπορεί να λειτουργεί ως δημιουργικό κίνητρο, στην υπερβολή της όχι μόνο υποβιβάζει το περιεχόμενο της έκφρασης σε δεύτερο ρόλο, μα θολώνει και το αυτοκριτικό μάτι επί των παραγομένων.

Top