Ο αεικίνητος Γιώργος Κόλτσιου επί της κονσόλας

Ομολογώ ότι τον εκμεταλλεύτηκα. Πολύ καιρό ήθελα δηλαδή να καλέσω έναν άνθρωπο και, πατώντας στις απαντήσεις του, να δώσω μια σφαιρική εικόνα (όσο γίνεται) πάνω στις διαφορετικότητες ανάμεσα σε αναλογική και ψηφιακή ηχoγράφηση, με ουσιαστικές προτάσεις και όχι με υπέρ του δέον τεχνικές. Έτσι, κάνοντάς του βασικές πάνω στα ζητήματα αυτά ερωτήσεις, ξεμπερδέψατε και εσείς από το να σας πρήζω με άρθρα περί διαφορών κλπ. Από τη μεριά μου, γνωρίζοντας τη δουλειά του με τους 7-Odds και ερχόμενος σε επαφή με το νεότευκτο άλμπουμ του Lumiere Brother, είχα καταλάβει ότι ο Γιώργος Κόλτσιου –ένα παιδί πραγματικά αγαπητό στην πιάτσα– ήταν το κατάλληλο άτομο για όλα τα παραπάνω tasks…

Στυλιανός Τζιρίτας
Στυλιανός Τζιρίτας

Αν δεν κάνω λάθος, έχεις θητεύσει κοντά σε ονόματα και μέσα σε studio και εκτός ημεδαπής. Δώσε μας μια εικόνα της εκεί εμπειρίας σου...

Βρίσκομαι μέσα στη μουσική από 7 χρονών, ως κιθαρίστας, συνθέτης, DJ, δάσκαλος μουσικής και μέλος συγκροτημάτων. Παρόλα αυτά, με την παραγωγή άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά όταν πήγα για σπουδές στην Αμερική, συγκεκριμένα στο Berklee College of Music της Βοστόνης. Μετά το πέρας αυτών, βρέθηκα για έναν χρόνο στη Νέα Υόρκη και εκεί άρχισα να εισχωρώ επαγγελματικά στον χώρο της μουσικής παραγωγής. Έκανα την πρακτική μου στην εταιρία Heavyocity Media, η οποία φτιάχνει software instruments και sample libraries για το πολύ διάσημο sampler Kontakt της Native Instruments. Επίσης, οι ίδιοι τύποι –με το όνομα Heavy Melody Music– κάνουν και sound design για πολύ γνωστές ταινίες, αλλά και μουσική για διάσημα video games. Εκεί ανδρώθηκα λοιπόν στην τέχνη του editing.

Στη Νέα Υόρκη οι στούντιο εμπειρίες ήρθαν αμέσως μετά, όταν συμμετείχα ως assistant engineer και έκανα το editing στον δίσκο του τζαζ σαξοφωνίστα Alex Foster (Jaco Pastorius, Herbie Hancock, Jack DeJohnette, Miles Davies κ.ά.), μαζί με ένα σούπερ γκρουπ της νεοϋρκέζικης τζαζ: Jeff Tain Watts/τύμπανα, Michael Wolff/πιάνο, James Genus/μπάσο, Costas Baltazanis/κιθάρα. Στη συνέχεια, είχα την τύχη να δουλέψω ως assistant producer στα Avatar Studios στο Μανχάταν με τον παραγωγό και μπασίστα των Chic(!) Jerry Barnes (επίσης Roberta Flack, Chaka Khan κ.ά.).

Όπως καταλαβαίνεις, η εμπειρία του να δουλεύεις στα Avatar Studios ήταν ιδιαίτερη, καθώς μπορεί να έκανες διάλειμμα για κινέζικο και στο δωμάτιο που τρως να κοιτάς ακριβώς απέναντι τον πλατινένιο δίσκο του OΚ Computer των Radiohead, ο οποίος γράφτηκε εκεί μαζί με εκατοντάδες άλλα άλμπουμ-ορόσημα. Μετά από αυτές τις εμπειρίες αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα και να δοκιμάσω την τύχη μου στα πάτρια εδάφη, εν μέσω νεφών και κρίσης! (γέλια)

GKolts_2.jpg

Έχω την εντύπωση ότι σε καμία περίπτωση δεν λειτουργείς με παρωπίδες (είτε ως ορκισμένος θιασώτης του vintage ήχου, είτε της ψηφιακής λογικής), αλλά ότι πηγαίνεις κατά περίπτωση...

Ακριβώς. Αφήνω το εκάστοτε project να μου δείξει τι ζητάει και τι ανάγκες έχει και εγώ προσπαθώ να βρω τον τρόπο να προσαρμοστώ πάνω του. Διαφορετικές ανάγκες έχει λ.χ. μια garage rock παραγωγή από μια ποπ ή από μια κλασική δουλειά. Άλλωστε πιστεύω οτι και οι δύο κόσμοι –αναλογικός και ψηφιακός– έχουν να σου προσφέρουν κάτι διαφορετικό και θα ήταν κρίμα να έχει κάποιος παρωπίδες κλίνοντας μόνο ως προς το ένα ή το άλλο. Σε γενικές γραμμές, πάντως, έχω καθιερώσει μια υβριδική μέθοδο παραγωγής και ηχογράφησης, αξιοποιώντας τα καλύτερα στοιχεία και από τους δύο κόσμους: οι πηγές μου θέλω να είναι όσο πιο κοντά στο analog γίνεται, είτε pure vintage analog tape recording είτε ψηφιακή ηχογράφηση σε DAW (Pro Tools ή Cubase), αλλά πάντα μέσω αναλογικής κονσόλας και καλών προενισχυτών.

Στη συνέχεια το editing/mixing το κάνω πάντα «in the box», καθώς είναι πολύ πιο γρήγορο, οικονομικό και δεν στερείται ηχητικής ποιότητας. Τέλος, όσον αφορά στο mastering, τελευταία έχω ασπαστεί τη μόδα του stem mastering: όπου δεν δίνεις ένα stereo track στον mastering engineer, αλλά stems (πχ. ξεχωριστά group tracks για ντραμς/μπάσο/κιθάρα/φωνητικά), ώστε να γίνει το summing και η τελική επεξεργασία των group tracks αναλογικά, μέσα από την κονσόλα.

Με τους 7-Odds, ποια λογική ακολουθήθηκε στις ηχογραφήσεις;

Με τους 7-Odds και λόγω μουσικού ύφους (garage/punk/rock/psych) θέλαμε να δώσουμε ακριβώς αυτόν τον vintage χαρακτήρα που απορρέει από τις ηχογραφήσεις των 1960s και 1970s. Γι' αυτό και ακολουθήσαμε την αναλογική κατεύθυνση, φερμένη όμως στο σήμερα. Ηχογραφήσαμε λοιπόν τη μπάντα live (και μόνο την φωνή overdub) σε ένα Studer tape recorder, μέσα από μια σπάνια κονσόλα Trident B Range. Παρ' όλα αυτά, το editing έγινε όπως πάντα στον υπολογιστή, μετά από την ψηφιοποίηση του ήχου μέσω Apogee converters –το editing στην ταινία είναι πολύ πιο δύσκολο και χρονοβόρο. Έτσι ηχογραφήθηκαν τα 3 πρώτα κομμάτια στο Matrix Studio, όπου έγινε και η μίξη και το mastering, μαζί με τον καλό φίλο, συνεργάτη και εξαιρετικό ηχολήπτη Δημήτρη Μισυρλή. Η σχέση άλλωστε παραγωγού και ηχολήπτη είναι από τις πιο καίριες, για να εξασφαλιστεί η επιτυχία ενός στουντιακού μουσικού εγχειρήματος.

Λίγο πριν την ηχογράφηση του 4ου κομματιού που κάναμε με τους 7-Odds, το Matrix άλλαξε την Trident με μια 24κάναλη Solid State Logic, πράγμα που με χαροποίησε ιδιαίτερα: μου αρέσει περισσότερο ο πιο ζεστός ήχος της SSL, η Trident ήταν πολύ «βρετανική» για τα γούστα μου (πιο οξύς θα έλεγα ήχος). Έτσι, αποφασίσαμε να γράψουμε pure vintage analog: live ηχογράφηση στο Studer και μίξη στην κονσόλα. Αυτή είναι και η μοναδική 100% αναλογική παραγωγή που έχω κάνει μέχρι τώρα. Το αποτέλεσμα πάντως, ήταν εξαιρετικό! Ζεστός και ταυτόχρονα ωμός ήχος. Να προσθέσω ότι για να πετύχουμε τον επιθυμητό χαρακτήρα στα πλήκτρα του Αλέξανδρου (παίζει με Nord, που είναι πολύ καλό όργανο αλλά ιδιαίτερα καθαρό και γυαλισμένο, ενώ εμείς θέλαμε να βγάλουμε ήχο προσομοίωση φαρφίσας ή hammond σε Leslie ηχείο), στείλαμε κάθε ένα από τα δύο κανάλια του σε δύο λαμπάτους vintage Fender ενισχυτές κιθάρας (έναν Bandmaster και έναν Super Reverb) και τους ηχογραφήσαμε με δύο μικρόφωνα τον καθένα. Big sound! Από τότε έχω καθιερώσει αυτή την τεχνική για ήχους hammond/organ/farfisa.



Πού διαφοροποιείται σε επίπεδο μεθοδολογίας η προετοιμασία μιας μπάντας για αναλογική ηχογράφηση;

Όταν γράφεις αναλογικά και μάλιστα live, όλη η δουλειά πρέπει να γίνει στις πρόβες. Για τους περισσότερους σύγχρονους μουσικούς αυτό είναι λίγο ασυνήθιστο, γιατί τις περισσότερες φορές ηχογραφούν το κάθε όργανο ξεχωριστά, γράφοντας απεριόριστα takes και πολύ συχνά παίζοντας τα μέρη του κομματιού ένα-ένα, αφού η «συναρμολόγηση» γίνεται μετά, στο editing. Έτσι, με λίγο ή πολύ κόψε-ράψε, επιτυγχάνεται η ενότητα ενός μουσικού έργου. Στην ταινία, όμως, συνήθως έχεις περιορισμένο χρόνο ηχογράφησης (στους 7-Odds μπορούσαμε να κρατήσουμε το πολύ 4 takes από το κάθε κομμάτι), άρα η μπάντα πρέπει να ξέρει να παίζει. Και όταν ειδικά ηχογραφείται ζωντανά και ως σύνολο, πρέπει να γράφει ξανά και ξανά το κομμάτι ολόκληρο, μέχρι να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι δυνατότητες του editing είναι περιορισμένες και κατά συνέπεια το καλό performance επιβεβλημένο. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για μια πιο αγνή και αληθινή διαδικασία· και ως εμπειρία και εκ του αποτελέσματος. Και σίγουρα είναι πολύ ωφέλιμο και για τους ίδιους τους μουσικούς.

Το πλέον πρόσφατο πόνημά σου έχει να κάνει με τον Lumiere Brother. Πες μας για τις ηχογραφήσεις αυτές...

Η παραγωγή του Lumiere ήταν αρκετά μεγαλεπήβολη και περίπλοκη διαδικασία, τουλάχιστον σε σχέση με τους 7-Odds, με τους οποίους όλη η δουλειά έγινε από την αρχή μέχρι το τέλος σε ένα στούντιο. Στην περίπτωση του Θανάση Χριστοδούλου, η αρχική ιδέα ήταν ένας δίσκος για πιάνο και κουαρτέτο εγχόρδων. Τα παραπάνω γράφτηκαν στο στούντιο Κυριαζής. Και κάπου εκεί εμφανιστήκαμε ο Δημήτρης Λιλής και εγώ, για να συμπράξουμε στην παραγωγή με ένα όραμα για κάτι διαφορετικό, το οποίο θα ενώνει τις όμορφες κινηματογραφικές μελωδίες του Θανάση με το σήμερα και τα κλασικά με τα ηλεκτρονικά στοιχεία. Το μεγάλο στοίχημα ήταν αυτό να γίνει με διακριτικότητα και ευγένεια απέναντι στον μινιμαλισμό της μουσικής του. Βρεθήκαμε λοιπόν στα Artracks studios μαζί με τον ηχολήπτη Άλεξ Μπόλπαση για να προσθέσουμε κοντραμπάσο, synthesizers και vintage tape echoes. Στη συνέχεια αρχίσαμε να δουλεύουμε στο δικό μου home studio, πειραματιζόμενοι με την προσθήκη samples, φτιάχνοντας beats και ακολουθώντας μια διαδικασία καθαρά beat making και hip hop αισθητικής, προσπαθώντας συνεχώς να μην υπερβούμε τα όρια και τα κομμάτια να ακούγονται σαν remixes του εαυτού τους. Δεν ξέρω αν τα καταφέραμε, αλλά είμαι αρκετά υπερήφανος για το αποτέλεσμα. Τη μίξη την έκανα επίσης στο σπίτι μου, «in the box», ενώ το stem mastering έγινε στο studio Matrix από τον Δημήτρη Μισυρλή.

GKolts_3.JPG

Πέραν της γοητείας, τι προσφέρει κατά τη γνώμη σου η αναλογική ηχογράφηση σε έναν δημιουργό;

Πέρα από το ρομαντικό κομμάτι, η γοητεία της αναλογικής ηχογράφησης είναι ο ήχος αυτός καθεαυτός: η γλυκιά παραμόρφωση· ο ελάχιστος θόρυβος, που προσδίδει χαρακτήρα. Ο ψηφιακός ήχος είναι πολύ τέλειος, άχρωμος. Παρ'όλα αυτά, μην ξεχνάμε ότι η ιστορία του είναι πολύ πρόσφατη –μόλις 30 σχεδόν χρόνια και τα επιτεύγματά του ήδη πολλά. Το πιο πιθανό είναι ότι κάποια στιγμή θα φτάσει τον μεγάλο του αδερφό σε ποιότητα και χαρακτήρα, δηλαδή θα καταφέρει να ακούγεται πιο ανθρώπινος (έστω και τεχνητά). Μην ξεχνάμε επίσης ότι στον αναλογικό ήχο έχουμε καθαρό ηλεκτρισμό από την αρχή μέχρι το τέλος, ενώ στον ψηφιακό υπολογιστές που διαβάζουν δυαδικό κώδικα. Τέλος, όπως προανέφερα, η αναλογική διαδικασία αναγκάζει τον μουσικό να μάθει να παίζει τουλάχιστον αξιοπρεπώς, ενώ οι υπολογιστές κάνουν σχεδόν τα πάντα για σένα.

Παραγωγές και παραγωγοί τους οποίους έχεις ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια;

Η τελευταία παραγωγή που πραγματικά με συγκλόνισε ήταν για το Blackstar του David Bowie, του μόνιμου συνεργάτη του Tony Visconti. Και μιλώ κυρίως για το ομώνυμο κομμάτι, που ακούσαμε ως προπομπό του άλμπουμ. Ένα ποπ έργο τέχνης. Η παραγωγή είναι φανταστική, απόλυτα σημερινή, απόδειξη του πόσο καλά μπορούσε ο Bowie να συμβαδίσει καλαίσθητα με την εποχή του. Περαιτέρω απόδειξη αυτού αποτελεί και η επιλογή των σχετικά νέων Νεοϋρκέζων τζαζ μουσικών που κλήθηκαν να συμμετάσχουν. Από τους παραγωγούς της σύγχρονης μουσικής ξεχωρίζω επίσης τον Pharrell Williams: ό,τι κανει γίνεται επιτυχία, η καλή πλευρά της ποπ.

Γενικά στην ποπ μουσική (την οποία σπανίως θα ακούσω σπίτι μου) θα βρεις πολύ καλούς παραγωγούς. Λατρεύω λ.χ. τις παραγωγές της Lana Del Rey για τον τρόπο με τον οποίον μπλέκουν το λυρικό στοιχείο με τη hip hop κουλτούρα, τα βιολιά με τα samples και τα υποχθόνια beats. Μου αρέσει και ο Mark Ronson, για τον τρόπο που δένει την ποπ με τη soul/funk παρακαταθήκη. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι εκείνος έφερε τους Dap Kings να παίξουν στο Back To Black της Amy Winehouse. Και μιας και ανέφερα τους Dap Kings, εννοείται πως λατρεύω τις περισσότερες δουλειές της μπρουκλινέζικης Daptone Records (Menahan Street Band, Budos Band, Sharon Jones, Antibalas). Στην ουσία κατάφεραν να ξαναφέρουν στο προσκήνιο τον ήχο της soul/funk/afro μουσικής των 1960s και 1970s, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά μεθόδους και εξοπλισμό vintage αναλογικής ηχογράφησης. Επίσης η παραγωγή του Flying Lotus με τον Thundercut στο πρόσφατο EP του τελευταίου: future soul στα καλύτερά της. Οι δυο τους (Flying Lotus/παραγωγή, Τhundercut/μπάσο), μαζί με τον σαξοφωνίστα Kamashi Washington, συμμετείχαν και σε έναν από τους καλύτερους δίσκους του 2015, που πήγε τη hip hop μουσική ένα βήμα παραπέρα: αυτόν του Kendrick Lamar.

GKolts_4.jpg

Σε πιο ηλεκτρονικές παραγωγές μου αρέσουν ο James Blake, o Bonobo και άλλοι. Γενικά περιμένω ακόμα πράγματα από την ηλεκτρονική μουσική, καθώς είναι συνyφασμένη με την τεχνολογία –οπότε αναπόφευκτα εξελίσσεται μαζί της. Στον κιθαριστικό ήχο λίγα πράγματα μου κρατούν το ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, νιώθω ότι έχει χαθεί κάπως η έμπνευση και τα ίδια πράγματα επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Eίμαι πάντως φαν του αμερικάνικου ήχου, μεγάλωσα με τις παραγωγές του Butch Vig, του Steve Albini και του Sound City, οπότε σήμερα πιο κοντά στα γούστα μου είναι o Josh Homme των Queens Of The Stone Age (συμπαθητικό και το καινούριο κομμάτι με τον Iggy Pop).

Τέλος, σχετικά με τις ελληνικές παραγωγές, αν και το επίπεδο ανεβαίνει αργά αλλά σταθερά, νιώθω ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο για να ενσωματωθούμε στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. Γενικά άκρατος μιμητισμός και μετριότητα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Νιώθω ότι έχουμε χάσει τον χαρακτήρα μας και αυτό είναι το πιο δύσκολο από όλα. Από παραγωγές των τελευταίων χρόνων ξεχωρίζω κάποιους δίσκους του Θανάση Παπακανσταντίνου, κυρίως εκείνους στους οποίους συμμετείχε ο Μπάμπης Παπαδόπουλος ως ενορχηστρωτής και παραγωγός.

Ποια η γνώμη σου για το λεγόμενο «loudness war» στον χώρο του mastering; Έχω την εντύπωση ότι οι παθογένειες που έγιναν ορατές στα μέσα της δεκαετίας των '00s έγιναν  μάθημα και βλέπουμε έτσι πιο συνετή χρήση και όχι κάτι πυρότουβλα ολκής, να βομβαρδίζουν ακόμα και τις rock 'n' roll παραγωγές...

Η λεγόμενη κυματομορφή «τσιμέντο»! Όποιος ανοίξει μια κυματομορφή των Foo Fighters, θα καταλάβει. Φυσικά όλο αυτό πιστεύω ότι ξεκίνησε από τη mainstream και dance μουσική και την τάση όλα να ακούγονται στο τέρμα –στο mainstream ραδιόφωνο, στο club, στο γυμναστήριο, στο σούπερ μάρκετ. Μουσική χωρίς δυναμικές, χωρίς πιάνο φόρτε και με μοναδικό σκοπό να σε έχει μονίμως στην τσίτα. Κάποιες φορές κάτι τέτοιο λειτουργεί θετικά, όπως συνέβη στη dance/club κουλτούρα. Κάποιες άλλες, όμως, είναι απλά κομμάτι της συνταγής για ένα προϊόν της βιομηχανίας. Φυσικά η μουσική δεν είναι μόνο αυτό, κάποιες φορές πρέπει να είναι αργή και άλλες γρήγορη, κάποιες φορές σιγά και άλλες δυνατά… Εντούτοις, η νοοτροπία «όλα τα γκάζια στο τέρμα» είναι δημιούργημα ή έκτρωμα του σύγχρονου αστικού τρόπου ζωής και των αναγκών του.

GKolts_5.jpg

Καλό θα ήταν, κλείνοντας, να μιλήσουμε και για το σεμινάριο που θα διεξαχθεί υπό τη μπαγκέτα σου, τις αμέσως επόμενες ημέρες...

Τα τελευταία 4 χρόνια διδάσκω μουσική τεχνολογία και παραγωγή στο ωδείο Φίλιππος Νάκας. Την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου θα λάβει λοιπόν χώρα ένα ανοιχτό σεμινάριο, με θέμα τη μουσική τεχνολογία ως εργαλείο για τον σύγχρονο μουσικό και τον ρόλο του παραγωγού στη σύγχρονη μουσική (ωδείο Φίλιππος Νάκας, Ιπποκράτους 41, 19:00, ελεύθερη είσοδος).

Το σεμινάριο θα είναι 2ωρο και θα κινηθεί σε 4 σημεία: Τα οφέλη της μουσικής τεχνολογίας για τον σύγχρονο μουσικό, σε συνάρτηση με την ευκολία, τον χρόνο, το κόστος και τα ποιοτικά standards. Ο ρόλος του παραγωγού στη σύγχρονη μουσική. Ακόμα και σήμερα, οι περισσότεροι (και αρκετοί μουσικοί, μάλιστα) δεν γνωρίζουν το ρόλο εκείνου που στα διεθνή credits ενός δίσκου αναγράφεται ως «producer». Πολλοί νομίζουν δηλαδή ότι είναι εκείνος που βάζει τα λεφτά! Σήμερα, με τη χρήση των υπολογιστών και της ψηφιακής τεχνολογίας, ο μουσικός παραγωγός χρειάζεται να κάνει πολύ περισσότερα μα και διαφορετικά πράγματα για την πραγμάτωση ενός έργου.

Θα παρουσιαστούν επίσης ζωντανά ορισμένες δυνατότητες ηχογράφησης και πειραματισμού μέσα στο περιβάλλον του home studio, όπως ηχογράφηση φωνών και κιθάρων επεξεργασμένων ψηφιακά στον υπολογιστή, virtual synths, drum machines, beat making. Και για το τέλος θα μιλήσουμε για το sampling (δειγματοληψία) και θα δείξουμε στην πράξη πώς μπορούμε ηχογραφώντας οποιοδήποτε μη μουσικό δείγμα να έχουμε εντελώς πρωτότυπους μουσικούς ήχους (drum sounds, pads, melodic instruments), με την κατάλληλη φυσικά επεξεργασία.

 

Top