Το Avopolis διανύει το 2021, επιστρέφοντας στο 1991: τη χρονιά που το grunge κατέκτησε τον πλανήτη, το shoegaze βυθίστηκε στα πετάλια του, το hip hop έγραψε χρυσές old school ρίμες και χαράχτηκε ο δρόμος για τον τελευταίο, ουσιαστικό μετασχηματισμό του rock.   

90s: Η Δεκαετία Που Γεννηθήκαμε, Αλλά Δε Ζήσαμε

...ή ίσως ζήσαμε αλλιώς. Οι γεννημένοι στα 90s Άρης Καζακόπουλος, Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος, Άγγελος Κλειτσίκας και Ελένη Τζαννάτου αφηγούνται τη δική τους «δεκαετία της αθωότητας» και προετοιμάζουν, έτσι, το έδαφος, για το μεγάλο αφιέρωμα του Avopolis στο 1991.

avopolis.team
avopolis.team

 

90s: Ένα Σπουδαίο Ματς σε (Ε)

 

Το να γεννιέσαι και να μεγαλώνεις σε μεσοαστική συνοικία της Ελλάδας των 90s, σε σπίτι με εξαιρετικά περιορισμένη συλλογή βινυλίων, τη βελόνα (κυριολεκτικά) του ραδιοφώνου σταθερά στον Μελωδία FM και χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, αναπόφευκτα συνεπάγεται ότι χάνεις το μεγαλύτερο κομμάτι του εισαγόμενου μουσικού (αλλά και του ευρύτερα πολιτιστικού) προϊόντος.

Αν λάβουμε υπόψη, μάλιστα, το γεγονός ότι οι britpop κοκορομαxίες ή η εξέλιξη του trip hop δεν εμπίπτουν ακριβώς στα ενδιαφέροντα μιας ηλικιακής ομάδας που βλέπει Junior TV και γράφει τις «Λέξεις για την Καρτέλα», η υπόθεση της μουσικής ενημερότητας μοιάζει χαμένη από χέρι. Έτσι, τα προσωπικά throwbacks από την εποχή που το να διαθέτεις ρετιρέ στην Κυψέλη ή στο Παγκράτι θεωρούνταν ακόμα προνομιακό, ελάχιστα αφορούν τα μουσικά τεκταινόμενα και πολύ περισσότερο φέρνουν στο μυαλό εικόνες με τετραγωνισμένα Citroën ZX, κίτρινα τρόλεϊ και άσπρα-μπλε παπάκια στους δρόμους, διαφημίσεις Καρνέισον, μεξικάνικες τηλενουβέλες, ΠΑΣΟΚ καλτίλες και γυαλιά μυωπίας με υπερμεγέθεις κοκκάλινους σκελετούς στην τηλεόραση, polaroids με πόνι στο Σύνταγμα ή με τον Άγιο Βασίλη στο Μινιόν, τα περίεργα combos του Yoshimitsu στο Tekken 3 και άλλα τέτοια ωραία.

Όπως είναι επόμενο, την ώρα που ο πλανήτης παρακολουθούσε τους Oasis στο Later with Jools Holland, η πλησιέστερη εμπειρία των ντόπιων ‘90s kids ήταν ο Ricky Martin στο Μπράβο με τη Ρούλα Κορομηλά. Ενώ ο διεθνής μουσικός τύπος κατέγραφε την άνθιση των Radiohead, εμείς γινόμασταν θεατές της άνθισης της Δέσποινας Βανδή. Η κουλτούρα του ελληνάδικου και του ιμιτασιόν χολιγουντιανού lifestyle μαζί, σε μια αλλόκοτη πρόσμιξη brought by Πέτρος Κωστόπουλος, συνεπικουρούμενη από το εθνικό σύνδρομο της «θείτσας», από το οποίο ακόμη δεν έχει απαγκιστρωθεί εντελώς η Ελλάδα σε επίπεδο κατανάλωσης πολιτισμού αλλά και διαλεκτικής, άφηναν μικρά περιθώρια επαφής με πιο εξεζητημένες πολιτιστικές αναφορές. Η world μουσική ήταν το “Macarena”, η hip hop εξαντλούνταν στα Ημισκούμπρια, ενώ οι Nirvana, οι U2 και οι Rolling Stones ήταν απλώς ονόματα αναγνωρίσιμα ως «ιερά τέρατα», χωρίς καμία αίσθηση του πού τοποθετούνται στη χρονοσειρά του rock ‘n’ roll. Οι δε pop αναφορές περιορίζονταν στην Britney Spears και τους Backstreet Boys -κι αυτά χάρη στον Λυκούργο και την Καρολίνα του Disney Club, όταν το Mega είχε γωνίες στο λογότυπο και λεγόταν ακόμη “Mega Channel” (με προφορά Λιάνας Κανέλλη).

Ως εκ τούτου, το πέρασμα στην καρδιά της εφηβείας κάπου στα μέσα των 00s, που συνέπεσε χρονικά με τις πρώτες ανεξάρτητες περιηγήσεις στο ίντερνετ, οδήγησε σε μια σειρά από ευχάριστες ανακαλύψεις (ενίοτε και αποκαλύψεις) που αφορούσαν την προηγούμενη δεκαετία. Όταν ακούς τον Aphex Twin και τους Boards of Canada για πρώτη φορά, καταλαβαίνεις πως η ηλεκτρονική μουσική είναι πολύ περισσότερα από το «ντάπα ντούπα» για το οποίο γκρίνιαζε η γιαγιά σου και αναιρείς την ταύτιση του είδους με τις περιγραφές της μητέρας raver στο βραδινό δελτίο-θρίλερ του Ευαγγελάτου. Όταν αρχίζεις να ψάχνεις τους Pearl Jam και τους Soundgarden, συνειδητοποιείς τον λόγο που εκείνα τα «μεγάλα παιδιά», που η ψιλικατζού αλήτες τα ανέβαζε, τσογλάνια τα κατέβαζε, φορούσαν σκισμένα τζιν και καρό πουκάμισα. Όταν μπαίνεις στην 90s δισκογραφία της Björk, εκείνη παύει να είναι η παράξενη τύπισσα που τραγούδησε στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων (και για την οποία ο Παπαϊωάννου είχε δεχτεί κριτική από εγχώριες φωνές επειδή δεν είχε επιλέξει στη θέση της την... Νανά Μούσχουρη) και γίνεται η χαρισματική καινοτόμος που επηρέασε μέχρι και τη Madonna. Όταν καταπιάνεσαι με το Dookie των Green Day, αποκωδικοποιείς τις pop punk αναφορές που είχες λατρέψει στην Avril Lavigne στην αρχή της εφηβείας σου. Όταν μαθαίνεις για τους Sunny Day Real Estate, αντιλαμβάνεσαι πως το emo υπήρξε πολύ πριν τα μαύρα νύχια, τα WESC φουτεράκια και τα ασπρόμαυρα πουά φιογκάκια.

Και κάπως έτσι, φτάνεις στη συνειδητοποίηση ότι ως παιδί μεγάλωσες σε μια παράλληλη, εξελληνισμένη πραγματικότητα των 90s, μακριά από την πλειονότητα της pop κουλτούρας που άλλαζε τον κόσμο σε πραγματικό χρόνο. Διαπιστώνεις, ακόμα, ότι δυστυχώς έχασες την τελευταία δεκαετία ουσιαστικού μετασχηματισμού του rock, πριν το ιδίωμα εισέλθει (ανεπιστρεπτί;) στον αστερισμό των αναβιώσεων. Και μπορεί να παραμένουν απολαυστικές οι επισκέψεις σου στον ατελείωτο κατάλογο της δισκογραφίας της εποχής, ωστόσο δεν μπορείς να αγνοήσεις την πικρη αίσθηση ότι έφτασες αργά στο πάρτι. Σαν να βλέπεις έναν σπουδαίο τελικό βιντεοσκοπημένο το πρωί της επομένης, ενώ σου έχουν ήδη κάνει spoiler για το αποτέλεσμα.

 

-Άρης Καζακόπουλος

 

 

Το Metal Που Μισούσες

Όταν ήμουν μικρός, υπήρχε στο σπίτι της γιαγιάς μου ένα υπερμέγεθες στα μάτια μου κατάμαυρο hi-fi της Sony, από εκείνα με τις τέσσερις διαφορετικές θέσεις για CD και δύο για κασέτες. Αν και είχα ξεκοκκαλίσει οτιδήποτε τεχνολογικό υπήρχε μες στο σπίτι -πρωτόλεια δυσκίνητα PC, κινητά Ericsson με πτυσσόμενες κεραίες χιλιομέτρων κ.ο.κ.- το στερεοφωνικό ελάχιστα με συγκινούσε. Έκανε μεν ενδιαφέροντες ήχους όταν άνοιγε και μετακινούνταν τα γρανάζια του, αλλά κυρίως ήταν «παιχνίδι» των μεγάλων για να ακούνε μουσική. Εκείνο το εξωτικό, στο μυαλό μου, φαινόμενο που έβγαινε απ’ τα ηχεία και ήταν τόσο σημαντικό στους συγγενείς μου. Είχαν τοποθετήσει, εξάλλου, το Sony σε περίοπτη θέση στο καθιστικό κι άναβε συχνά–πυκνά δια ασήμαντον και μη αφορμή.

Έτσι, λοιπόν, για χρόνια, δεν καταλάβαινα ακριβώς γιατί κρατούσαμε αυτό το μεγάλο πράγμα μες το σπίτι. Από ένα σημείο και μετά, μάλιστα, κυρίως μάζευε σκόνη, αφού είχε αντικατασταθεί στο σαλόνι από μια πιο «μοντέρνα» σιντιέρα, και πια έπιανε χώρο στο δωμάτιό μου. Μαζί του είχαν μεταφερθεί και τα δεκάδες CD και κασέτες του θείου μου, φοιτητής Ιατρικής στο Βουκουρέστι τότε, ανάμεσα στα οποία βρισκόταν η αφρόκρεμα της 90s εμπορικής (αντι)κουλτούρας: Offspring (Americana, Ixnay on the Hombre), Metallica (Load), Prodigy (Music For The Jilted Generation), Rammstein (Herzeleid, Sehnsucht) το soundtrack του Matrix. Τίτλοι που δε μου έλεγαν τίποτα, αλλά είχαν εξώφυλλα τα οποία ενθουσίαζαν τη φαντασία μου.

Το πρώτο που κίνησε την περιέργειά μου να ανακαλύψω ήταν το Ixnay on the Hombre (1996). Πώς θα μπορούσε να ακούγεται ένα CD με εξώφυλλο επηρεασμένο από τη μεξικανική Μέρα των Νεκρών και έναν ακαθόριστο νοηματικά τίτλο; (Ο οποίος στην αργκό των Λατινοαμερικάνων σημαίνει “fuck the Man”.) Θυμάμαι αμυδρά την ανυπομονησία μου όταν πάτησα play. Αυτή έμελλε να γίνει η εισαγωγή μου σε μια πιο extreme μουσική, εκείνη που θα λάτρευα με θρησκευτική ευλάβεια για τουλάχιστον μια δεκαετία στη συνέχεια, χάρη σε ένα άλμπουμ που συμπτωματικά ξεκινάει με μια… εισαγωγή. «Προστατέψτε την οικογένειά σας, αυτός ο δίσκος περιέχει γραφικές απεικονίσεις πραγμάτων που είναι ΑΛΗΘΙΝΑ· αυτά τα ΑΛΗΘΙΝΑ πράγματα είναι κοινώς γνωστά ως ΖΩΗ. Επομένως, εάν κάτι σας ακούγεται σαρκαστικό (σ.σ.: στο άλμπουμ), μην το πάρετε στα σοβαρά· εάν ακούγεται επικίνδυνο, σε καμία περίπτωση μην το δοκιμάσετε στο σπίτι· και εάν σας προσβάλλει, απλά μην το ακούσετε», προειδοποιεί μεταξύ άλλων στο εναρκτήριο “Disclaimer” ο γνωστός και μη εξαιρετέος Jello Biafra, εντείνοντας το αίσθημα πως πρόκειται να συστηθώ σε κάτι διασκεδαστικά ανατρεπτικό και γεμάτο εφηβική ενέργεια.

Έκτοτε, όπως λένε, δεν κοίταξα πότε πίσω. Οι Offspring έγιναν η πρώτη μπάντα που αγάπησα ολόψυχα, έτσι τη δισκοθήκη του θείου έκανα αρκετό καιρό για να την ξεψαχνίσω εκ νέου. Η ιδανική στιγμή ήρθε ξανά όταν τα ακούσματά μου στράφηκαν προς το (μόνο) thrash, και θυμήθηκα πως υπήρχε στο σπίτι το ακατονόμαστο «πουλημένο» άλμπουμ των Metallica,  που κυκλοφόρησε μετά το Black Album. Έτσι τουλάχιστον είχα συστηθεί στο Load από την πλειονότητα της metal κοινότητας. Παρόλο που ομολογώ τότε δεν το εκτίμησα, αν και στην παρέα ξοδεύτηκαν πολλές εξωσχολικές συζητήσεις για το πόσο ωραίο είναι το “Bleeding Me” ή το “Until It Sleeps”, το “Load” (1996) ήταν ένα αρχικό δείγμα του πώς υποτιμήθηκαν οι thrash μπάντες στα 90s και δαιμονοποιήθηκε οτιδήποτε συσχετιζόταν με το grunge.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, η ακμή του thrash είχε φτάσει στο απόγειο της δημοφιλίας της, με σχεδόν όλα τα συγκροτήματα του είδους -ειδικά το Big 4- να παραδίδουν αριστουργήματα σε συνδυασμό με μια κάποια εμπορική απήχηση. Ακόμα και σχήματα που εν πολλοίς άνηκαν στο underground, όπως οι προσωπικοί υπεραγαπημένοι Nuclear Assault, είδαν τους εαυτούς τους να γεμίζουν το μυθικό Hammersmith Odeon και να παίζονται συστηματικά στο MTV. Έλα όμως που το Σιάτλ αναδείχθηκε αστραπιαία σε Μέκκα του κιθαριστικού ήχου, με τις δισκογραφικές να στρέφουν ολοκληρωτικά την προσοχή τους σε συγκροτήματα με καρό πουκάμισα που δε βρίσκονταν στο Bay Area.

Όσο, λοιπόν, συνιστά μισή αλήθεια πως προοδευτικά οι μεγάλες εταιρίες εγκατέλειψαν τα metal συγκροτήματα από τα label τους, όπως για παράδειγμα έκανε η Atlantic αφού οι Testament κυκλοφόρησαν το αξιοπρεπέστατο Low (1994), η άλλη μισή αφορά την αναγκαία μουσική ωρίμανση που χρειάστηκαν όσοι εκπροσωπούσαν το thrash. Το μιξ προσωπικών προβλημάτων, πνευματικής και φυσικής υπερκόπωσης (λέγε με και Metallica), στυλιστικού τέλματος, υπαρξιακού άγχους (δεν ήταν όλοι πια 20άρηδες) αλλά και πρωτόγνωρων προτεραιοτήτων (κάποιοι απέκτησαν οικογένειες), υποχρέωσαν μπάντες πρώτης γραμμής να ανανεώσουν την έμπνευσή τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Mille Petrozza των Kreator, ο οποίος έχει δηλώσει πολλάκις πως είχε κουραστεί με τη στασιμότητα της thrash φόρμας, εξ ου και βρέθηκε ανάμεσα σε εκείνους που πήραν την πρωτοβουλία του πειραματισμού (Renewal, Outcast).

Παράλληλα, έκδηλη ήταν η πικρία όσων είδαν την καριέρα τους να ανακόπτεται πάνω που ανέβαιναν οι ταχύτητες. Οι προαναφερθέντες Nuclear Assault εξαφανίστηκαν τελείως μετά το αγέραστο Something Wicked (1993), το ίδιο και ταλαντούχες μπάντες όπως οι εξαιρετικοί Καλιφορνέζοι Death Angel. Οι τελευταίοι κιόλας έχουν κάθε δικαίωμα να νιώθουν μεγαλύτερο απωθημένο. Αφού κυκλοφόρησαν το σαρωτικό Act III (1990) στην Geffen, ανέπτυξαν σημαντική δυναμική, με τη δημοφιλέστατη εκπομπή Headbanger’s Ball να τους στηρίζει, την ώρα που η μπάντα έδινε sold out συναυλίες στην Αμερική, κάτι σαν πρόβα πριν την επικείμενη «κατάκτηση» της Ευρώπης. Ωστόσο, ένα σχεδόν θανάσιμο ατύχημα με το tour bus τούς άφησε εκτός δράσης για καιρό, στερώντας τους όχι μόνο από το μομέντουμ, αλλά και τη θέση του opening act σε μια από τις πιο επιτυχημένες metal περιοδείες όλων των εποχών. Η τουρνέ Clash of the Titans το καλοκαίρι του ’91 όργωσε τις δύο όχθες του Ατλαντικού με τους Megadeth, Slayer και Anthrax στα καλύτερά τους και θέλοντας τους Death Angel σε ένα εναλλακτικό παρελθόν να εμφανίζονται ως το φρέσκο αίμα της επόμενης thrash γενιάς. Η μοίρα, πάντως, ήθελε τους τελευταίους να αντικαθίστανται από τους πολλά υποσχόμενους και σχετικά άγνωστους τότε… Alice in Chains. Οι τελευταίοι μπορεί να δέχθηκαν γιουχαΐσματα και δεκάδες απορρίμματα επί σκηνής, τους περισσότερους όμως τους κέρδισαν. Εάν δε, λάβουμε υπόψη τον μπασίστα των Megadeth, David Ellefson, οι Alice in Chains παρότι δε συναντούσαν ποτέ θερμή υποδοχή κατά τη διάρκεια της τουρνέ, οι εμφανίσεις τους ήταν συνεχώς αποστομωτικές.

Στη μέση της δίνης των μουσικών μεταβάσεων βρέθηκαν οι metal οπαδοί. Διαχρονικά από τους πιο πιστούς, αλλά και πεισματικά ισχυρογνώμονες, δε θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ότι κέρασαν μπουκάλια και λοιπά σουβενίρ τους Alice in Chains όταν έπαιζαν πριν τους Anthrax. Πρόκειται αν μη τι άλλο για εξαγώγιμο «σπορ» που ‘χουμε δει από κοντά και στην Ελλάδα. Είναι ενδεικτικό όμως της δυσανεξίας στις καινοτομίες που ανά στιγμές επιδεικνύει η metal κοινότητα, αλλά τουλάχιστον δεν τη χαρακτηρίζει συνολικά. Γιατί την ίδια στιγμή που κατακεραυνώνονταν όσοι δοκίμαζαν νέες thrash συνταγές (οι Exodus και το Force of Habit άλλο ένα παράδειγμα), υπήρχαν εκείνοι που εξακολουθούσαν να βρίσκουν έρεισμα χωρίς να συμμορφώνονται με το όποιο ρεύμα ή τη διεκδίκηση “true metal” διαπιστευτηρίων. Οι αταξινόμητοι Voivod δίχως να νοιαστούν στ’ αλήθεια για κάποια σπουδαία δισκογραφική επιτυχία στα charts, έχουν τουλάχιστον από ένα αψεγάδιαστο άλμπουμ για κάθε δεκαετία δράσης τους. Ή οι πιο πρόσφατοι Power Trip, του αδικοχαμένου Riley Gale, που σέρβιραν old-school κομψοτεχνήματα, εκφράζοντας ταυτόχρονα θαυμασμό για φαινομενικά άσχετες με το metal μπάντες, όπως οι Siouxsie and the Banshees και οι Wipers.

Η μπίλια, επομένως, κάθεται στην ανάγκη να μη χαθεί η όρεξη για ανακάλυψη· τα αυτιά να είναι δεκτικά στο καινούριο. Γιατί μαζί με τη χλιαρή προσωπική υποδοχή του Load, τη μέρα που ψαχούλευα πάλι τη δανεική δισκοθήκη, ήρθαν τα repeats στα άλμπουμ των Prodigy και των Rammstein. Όταν στέρευε η ορμή του thrash, ήρθαν οι death και grind μπάντες με νέα εύφλεκτα καύσιμα. Κι εάν αυτά μπορεί να μην ήταν τόσο ξένα στο συνηθισμένο μενού μου, ήταν σημαντικά βήματα για να βγάλω από το μυαλό τη στάμπα «στα ‘90s το grunge σκότωσε το metal». Και τα δύο, όπως και να ‘χει, ζουν ακόμα.

 

-Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος

 

 

Η Μελωδία της Ευτυχίας

 

Για έναν άνθρωπο που γεννήθηκε στις αρχές των 90s και ίσα που πρόλαβε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση μέσα στη συγκεκριμένη δεκαετία, η επίδραση της αισθητικής, της ατμόσφαιρας, της pop culture σοδειάς, της μουσικής της παραγωγής και κάθε τίνος που την όρισε σε οποιοδήποτε επίπεδο, μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε όρους ενός ζωηρού μα άπιαστου background που σχημάτιζε αθόρυβα μία ταυτοτική παρακαταθήκη χωρίς να το καταλάβει. Τα 90s σε βιωματικό επίπεδο μοιάζουν στο μυαλό μου περισσότερο με μία ανάμνηση που δεν είσαι βέβαιος αν αποτελεί πραγματικό γεγονός ή αν πρόκειται για μία επίπλαστη εικόνα που σμιλεύτηκε με τα χρόνια μέσα από όνειρα και αφηγήσεις.

Επομένως, όχι, δε θα σας μιλήσω για το πως ανακάλυψα την britpop στην εφηβεία μου, για το ότι στην ερώτηση Blur ή Oasis πάντα απαντούσα Pulp, για τον τρόπο που ανακάλυψα τo shoegaze μέσα από άπειρα συγκροτήματα δεύτερης γενιάς που την ξεπατίκωναν και για την εσωστρέφεια του Elliott Smith που αναγνώρισα σε αμέτρητες μπάντες της γενιάς μου που λάτρεψα. Ούτε για το ότι το OK Computer το άκουσα μετά το In Rainbows και μου πήρε χρόνο να κατανοήσω γιατί θεωρείται σπουδαιοτερο από το δεύτερο. Αλλά ούτε για το πώς οι Pavement καθόρισαν ανεπανόρθωτα σχεδόν το 90% των όσων ζητάω από την κιθαριστική μουσική. Πόσω μάλλον για το πώς το Music Has The Right To The Children των Boards Of Canada εξελίχθηκε στον αγαπημένο μου ηλεκτρονικό/trip-hop δίσκο. Γιατί όλα αυτά αποτέλεσαν συνειδητές, ετεροχρονισμένες επιλογές μίας μεταγενέστερης εποχής που έχουν περισσότερη σχέση με αυτή στο μυαλό μου, παρά με αυτή που γεννήθηκαν πραγματικά.

Οπότε, βρίσκω περισσότερο νόημα να καταγράψω όσα έγιναν τότε σε πραγματικό χρόνο, όταν το παιδικό μου μυαλό απορροφούσε εικόνες, ήχους και ερεθίσματα, χωρίς να αξιολογεί και να φιλτράρει. Ο πρώτος δίσκος που θυμάμαι να παίζει σπίτι και να τον σιγοτραγουδάω όταν ανέβαινα τις σκάλες για την αίθουσα πριν χτυπήσει το κουδούνι για την πρωινή προσευχή, ήταν το Μίλα Μου Για Μήλα σε μουσική του Σταύρου Παπασταύρου και στίχους του Ευγένιου Τριβιζά, με αθώα τραγούδια που σφηνώνουν στο ακατέργαστο μυαλό και με τα χρόνια αποκτούν πολύτιμη αξία. Έπειτα θυμάμαι να παίζουν ατελείωτα τα Ημισκούμπρια στο παλιό οικογενειακό Skoda στις καλοκαιρινές διακοπές στο εξοχικό, σε βαθμό τέτοιο που αν ακουστεί κάπου τυχαία η «Μαγική Τσατσάρα», θα σκάσει στα ρουθούνια ένας συνδυασμός μυρωδιάς αλμύρας και παλιού αμαξιού που έχει μείνει για ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο του αυτοσχέδιου πάρκινγκ της παραλίας. Θυμάμαι τον σκωτσέζο φίλο του πατέρα μου με τις δύο κόρες του που είχαν μανία με τα Teletubbies, ο οποίος του έμαθε τους Belle and Sebastian και από τότε το The Boy With The Arab Strap ακουγόταν κάθε ανοιξιάτικο σαββατοκύριακο και θα μου θυμίζει για πάντα τα πάρκα, τα μουσεία, το γήπεδο, την ανέγγιχτη ευτυχία της παιδικής ηλικίας, που δε θα την ξαναζήσουμε ποτέ έτσι.

Γράφοντας το κείμενο, συνειδητοποιώ μόλις τώρα, πως είναι ευλογία και κατάρα το να μεγαλώνεις μέσα σε μία ελληνική οικογένεια των 90s που κάπως απέκλεισε ασυνείδητα τα ερεθίσματα της εγχώριας πραγματικότητας. Ευλογία, γιατί τα ερεθίσματα που σχηματίζουν τον αδιαμόρφωτο ακόμη χαρακτήρα ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια μία τοπικιστικής και κλειστόμυαλης αντίληψης της ζωής, αλλά και κατάρα, γιατί ακριβώς αυτή η μονομερής εικόνα της κοινωνίας, επιφέρει έναν σνομπισμό και έναν ελιτισμό σε ορισμένα στάδια της ζωής, που τελικά οδηγούν στη μοναξιά.

Εν τέλει, κοιτάζοντας πίσω στο χρόνο, νιώθω τυχερός από την άποψη διαμόρφωσης της μουσικής ταυτότητας, που γεννήθηκα στις αρχές των 90s. Όχι μόνο γιατί αφουγκράστηκα τις δονήσεις της τελευταίας ίσως πραγματικά ενδιαφέρουσας μουσικής δεκαετίας, αλλά γιατί ανήκω στην τελευταία γενιά που πρόλαβε στο παρά πέντε την αναλογική φύση της μουσικής κατανάλωσης, πριν βουτήξει με τα μπούνια στην ψηφιακή της εποχή, με τα καλά και τα κακά της. Αν η αθωότητα είχε μελωδία, στα δικά μου αυτιά θα έφτανε ως ξεθωριασμένη ανάμνηση από τα παιδικά χρόνια των 90s. 

 

-Άγγελος Κλειτσίκας

 

 

Το Σαράκι των 90s

 

Τα 90s είναι το σπίτι μου. Κυριολεκτικά, μεταφορικά, μα κυρίως, ουσιαστικά. Κι όπως κάθε σπίτι, στεγάζει όσα δεν μπορούν νομοτελειακά να χωρέσουν αλλού.

Είναι ένα μοναδικό ψηφιδωτό ενεργοποίησης των αισθήσεων με τρόπο καθοριστικό. Είναι η βιντεοκασέτα της Χιονάτης και των Επτά Νάνων σε ένα αμετανόητο repeat στο VHS. Αλλά και όλοι οι ήρωες της Disney σε κάθε τους μορφή -κυρίως ο πλαστικός Κύριος Πατάτας από το Toy Story και οι αλλαγές στα χαρακτηριστικά και τις διαθέσεις του ανάλογα με τις δικές μου. Τα κλικ στο Viewmaster για μια προβολή ιδιωτική, σχεδόν μυστική. Η εβδομάδα σύμφωνα με τα Στρουμφάκια αλλά και τα «χούγια» σύμφωνα με τους Μικρούς Κύριους και τις Μικρές Κυρίες. Τα παιδικά γεύματα στα McDonalds με τρόπαιο το εκάστοτε παιχνίδι που έκρυβε το χάρτινο κουτί τους. Ο Winnie the Pooh ως το πλέον χαριτωμένο και φαγανό πλάσμα, πρόσφορο για ταύτιση. Τα παλ χρώματα της Λιλιπούπολης. Οι σελίδες του Λούκυ Λουκ και του Τεν Τεν ως το πρώτο αλφαβητάρι. Το dual shock χειριστήριο και τα πρώτα «μάγκικα» βρισίδια στις ήττες στο PlayStation.

Ήταν όμως κι ο κόσμος των «μεγάλων». To μπουκάλι του Cutty Shark στο σαλόνι, που εξέταζα με σχεδόν επιστημονική περιέργεια. Η τηλεόραση. Οι εγχώριες σειρές -από τους Ψίθυρους Καρδιάς μέχρι τους Μεν και τους Δεν- και η τρομολαγνεία των δελτίων ειδήσεων (να ‘ναι καλά ο Luben Retrolletarios που μας τη θυμίζει). Οι διαφημίσεις, από εκείνο το «Δυνατός και γερός για να γίνεις, πρέπει πάντα Καρνέισιον να πίνεις», μέχρι τον Flat Eric στις διαφημίσεις της Levi’s και τον Fido Dido στις διαφημίσεις της 7UP. Το TV Ζάπινγκ κάτω από το τραπεζάκι του καθιστικού. Η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στην κουζίνα και τα charts των εγχώριων πωλήσεων δίσκων στην τελευταία σελίδα του ένθετου Επτά. Δεν ήταν Κυριακή, αν ο μπαμπάς μου δεν σημείωνε με έναν μικρό κύκλο στο πλάι του τίτλου τους δίσκους των charts που είχαμε στη δισκοθήκη του σπιτιού. Το εξονυχιστικό ξεψάχνισμα στα ράφια των CDs, ως αντικειμένων που μου τραβούσαν την προσοχή: το φωτάκι στη ράχη του Pulse των Pink Floyd, το «τσίγκινο» κουτάκι των PiL, η τζιν κωλότσεπη ως θήκη στο live δίσκο του Κώστα Τουρνά με τον Χρήστο Δάντη. Οι φιλικά προσκείμενοι προς το Δίφωνο δίσκοι που έπαιζαν ασταμάτητα στο σπίτι. «Το Σαράκι» του Γιάννη Πάριου ως το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι να παθαίνω εμμονή μαζί του και να ζητάω να ακούσω απανωτά ξανά και ξανά -ακόμα κι αν ψευτοτραγουδούσα τις λέξεις που καλά-καλά, δεν καταλάβαινα.

Όσο κι αν τα 90s θέλησαν ετεροχρονισμένα να καθοριστούν στο συλλογικό ασυνείδητο ως η δεκαετία της ευμάρειας και «του ΠΑΣΟΚ, του Παλιού, του Ορθόδοξου», για όσους μας πέτυχαν σε τρυφερή ηλικία, κινήθηκαν σε μια σφαίρα πολύ διαφορετική από τις αγκαζέ τούρτες του Ανδρέα Παπανδρέου και της Δήμητρας Λιάνη. Αποτέλεσαν την αναλογική παρακαταθήκη που κουβαλήσαμε ως η τελευταία γενιά που τη βίωσε στην κόψη του ξυραφιού με τον θρίαμβο του ψηφιακού. Ως η τελευταία γενιά που ξέρει τι σημαίνει να περιμένεις κάτι και να μην είναι εκεί έξω, αποθηκευμένο σε 0 και 1, διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή.

«Η δεκαετία που γεννηθήκαμε, αλλά δε ζήσαμε», γράφουμε παραπάνω, αναφορικά με τη συνειδητή κατανάλωση pop κουλτούρας. Είναι εύκολο να πούμε, ο καθένας από εμάς, που ήταν και τι έκανε όταν το Nevermind του τίναξε τα μυαλά στον αέρα, οι Green Day άλλαξαν μια για πάντα τον τρόπο που άκουγε μουσική (consider me guilty) και η britpop έγινε το καταφύγιο των αναφορών των indie ακροάσεων του μέλλοντος. Είναι, όμως, κάπως δυσκολότερο να αναμετρηθούμε με τη χωροχρονική συντεταγμένη που κρύβει τα πιο ζεστά και πρωτόλεια συναισθήματα και μαζί, τα σκοτεινά αποθέματα που (θα) ορίζουν ανεπανόρθωτα αυτό που είμαστε. Πόσω μάλλον, όταν η αναμέτρηση στο τώρα βγάζει άθροισμα λειψό.

H δεκαετία του ‘90, για όσους, τελικά, τη ζήσαμε, μπουσουλώντας, ψελλίζοντας ή οριακά, μαθαίνοντας την αλφαβήτα, είναι μια βαθιά εγγραφή σε κάθε επίπεδο. Ένα παρατεταμένο «στάδιο του καθρέφτη», αποτελούμενο από θραύσματα, τοποθετημένα σε μια ζυγαριά. Το πού θα γείρει, εξαρτάται από τη συγκόλληση των αναμνήσεων στο τώρα. Γιατί, όπως και να ‘χει, είναι το μόνο που έχουμε.

 

-Ελένη Τζαννάτου

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

...ή ίσως ζήσαμε αλλιώς. Οι γεννημένοι στα 90s Άρης Καζακόπουλος, Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος, ...

FEATURED TODAY

Ο Μάκης Μηλάτος, κάθε μήνα, μαζεύει επανακυκλοφορίες, επανεκδόσεις, επετειακές κυκλοφορίες, box sets και άλλα αντικείμενα του πόθου που ζωντανεύουν

Κάθε εβδομάδα, ο Επίτροπος θα επαναφέρει την τάξη, ακόμα κι αν οι χατζημεταλλάδες δεν έχουν σωτηρία. Στο νέο του Παρατηρητήριο, μαζεύει 7 δίσκους ...

HOT STORIES

Διασκευάζοντας, δηλαδή, το "Toxic" στο πλαίσιο των πατροπαράδοτων "Sunday Lunch" τους.

Γι' αυτό και τώρα διασκεύασαν το "Shadow Dancing" του Andy Gibb. 

Δεν είναι κάποια indie παραλλαγή του Airheads, αλλά το trailer της νέας ταινίας Shoplifters of the World.

Top