View More

Woodstock 99: Η κατάρρευση μιας γενιάς ύστερα από ένα κακό hangover

Ο Ανδρέας Κύρκος γράφει για το Woodstock 99: Peace Love and Rage του ΗΒΟ MAX, που δεν είναι ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά μια ταινία τρόμου.

Ανδρέας Κύρκος
Ανδρέας Κύρκος

Η δεκαετία του '90 ξεκίνησε με τις ρομαντικές υποσχέσεις της Generation X που έψαχνε να βρει ταυτότητα στα αποκαΐδια που άφησαν οι τεχνοκράτες του '80 και γεννώντας ποικίλα ρεύματα και φυλές που έθρεφαν την αχόρταγη ποπ κουλτούρα. Δυστυχώς, όμως, τελείωσε μέσα στην απόγνωση, το χάος και και την αυτολύπηση. Το φεστιβάλ του Woodstock στην εκπνοή της δεκαετίας έγινε ακούσιος εκφραστής όλης της απορρύθμισης και τη σκόνης που έπνιξε μια ολόκληρη γενιά η οποία κατέρρεε ύστερα από ένα κακό hangover. Οι ματαιώσεις όσων ανδρώθηκαν στα 90s με το βλέμμα στραμμένο στο ΜTV, βρήκαν σκοτεινό απόηχο σε ένα φεστιβαλικό φιάσκο όπου εκατοντάδες χιλιάδες άτομα πέταξαν τα ξεχαρβαλωμένα ρούχα και τα ψαλιδισμένα τζιν από τις cool μπράντες, ξύρισαν τα «καπελάκια» και τις άβολες φράντζες, απομυθοποίησαν τα είδωλα που έφεραν «κουλτουριάρικες» αλλαγές στο mainstream και είδαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, όπως ακριβώς ήταν: άσχημος. Από τα φιλειρηνικά κινήματα κατά του πολέμου στο Βιετνάμ που πυροδοτούσε το 1969, το μεγαλύτερο υπαρξιακό ζήτημα του 1999 ήταν η συνωμοσία του ιού Y2K στην αυγή του millennium. Από τις διαμαρτυρίες κατά των πρακτικών του Νίξον και τον χαφιεδισμό του Χούβερ, οι πιο πολιτικοποιημένες συζητήσεις στα τέλη των 90’s ξεθύμαιναν στον λεκέ της Λεβίνσκι και στο πούρο του Κλίντον.

Το Woodstock ήταν και παραμένει ο πιο καλοδιατηρημένος και παραφουσκωμένος μύθος της δεκαετίας του '60 για την Αμερική (μαζί με τα εγκλήματα οικογένειας Μάνσον). Λίγο οι ρομαντικές μνήμες των παλαιοροκάδων, λίγο η ανάγκη για εμπορική μυθοποίηση των 60s, λίγο το ζωηρό ντοκιμαντέρ του 1970 και συνολικά η αμερικάνικη τάση για υπερβολή, όλα μαζί συνέβαλαν ώστε το φεστιβάλ εκείνο να αποτελεί σύμβολο και ιερό δισκοπότηρο της χίπικης επανάστασης «αγάπης» των baby boomers, τα οποία φορούσαν λουλούδια στα μαλλιά, έκαναν ελεύθερα έρωτα και ήθελαν λασπόλουτρα για τα ψυχεδελικά trips τους κάτω από τις μανιασμένες κιθάρες του Jimi Hendrix, τις απελπισμένες κραυγές της Janis Joplin και τη χίπικη ευδαιμονία του Jerry Garcia. Ένα μέρος αυτού του μύθου σίγουρα πατάει στην πραγματικότητα. Όμως αυτά τα selling points επιχείρησαν να εκμεταλλευτούν οι λογιστές και οι δικηγόροι που αναμείχθηκαν με τους promoters (είναι οι ίδιοι άνθρωποι που κατέστρεψαν ανεπιστρεπτί τη δισκογραφία λίγα χρόνια μετά) και στην προσπάθειά τους να αρμέξουν τους μύθους του '60, δημιούργησαν ένα τέρας που έσκασε στα μούτρα τους.

Παρά τη σχετική επιτυχία του φεστιβάλ στην 25η επέτειο του, η δεύτερη απόπειρα αναβίωσής του στα 30 χρόνια ήταν ένα Βατερλό που έμελλε να βαφτεί με αίμα και να γίνει στάχτη, μπροστά στα μάτια προνομιούχων πιτσιρικάδων που ήθελαν να βάλουν φωτιά σε πράγματα, απλά για να τα δουν να καίγονται. Αυτό το «χαμένο Σαββατοκύριακο» σε μια στρατιωτική βάση έξω από ένα προάστειο της Νέας Υόρκης, είναι η απόλυτη αλληγορία για τη φθορά της Αμερικής εκείνη την περίοδο. Το line up ήταν απαράδεκτο, η παραγωγή ήταν για τα πανηγύρια, σε σημείο που έκανε τους διοργανωτές του Fyre να δείχνουν επαγγελματίες (σ.σ. δείτε το The Greatest Party that Never Happened και το Fyre Fraud για το επίμαχο θέμα).

Η μαζική συγκέντρωση για τρεις μέρες μουσικής και συνύπαρξης μετατράπηκε σε φαντασίωση νεαρών κάφρων που δεν ήξεραν τι να κάνουν τη στραβοχυμένη αδρεναλίνη τους και βρέθηκαν σε ένα μέρος χωρίς αστυνομία και γονείς ώστε να μπορούν να πιούν, να πηδήξουν και να δείρουν χωρίς περιορισμό.

O κρετίνος Fred Durst (των αστείων Limp Bizkit) έδινε το σύνθημα για το κρεσέντο βίας και τον ανόθευτο σεξισμό που κυριάρχησε. Μια αποδιοργανωμένη θάλασσα λευκών κολεγιόπαιδων που έκαναν drooling με τις γκόμενες του Kid Rock, ορδές κοριτσιών που ξέφυγαν από τα video του Girls Gone Wild και τα αυτοσχέδια πάρτι του Spring Break, ανειδίκευτοι σεκιουριτάδες και σαλταρισμένοι κάγκουρες που χρησιμοποιούσαν τους κάδους σκουπιδιών για τύμπανα, αποτελούσαν όλοι μαζί μια αφυδατωμένη μάζα ανθρώπων κάτω από τον καύσωνα που πατούσαν πάνω σε μια λίμνη λάσπης από ούρα μεθυσμένων και αποξηραμένο εμετό. Η κουλτούρα βιασμού άνθισε όσο ποτέ στο καταστροφικό Woodstock του '99, την εποχή που το MTV πόνταρε σε πλάνα από βυζιά και κώλους και όχι στους καλλιτέχνες επί σκηνής.

Το φάντασμα του Kurt Cobain και των ομοίων του, δεν αρκούσε πια για να στοιχειώσει τη γενιά των 20άρηδων στην Αμερική. Έτσι λοιπόν, το αγορίστικο rock-rap υβρίδιο έγινε το νέο φρενήρες soundtrack για να υποστηρίξει την καταναλωτική μανία που τάιζε τη νέα ποπ κουλτούρα και άντεχε τις κανιβαλιστικές ανάγκες της εποχής. Μετά από εκείνη τη χρονιά, το MTV έπαιζε μόνο reality, η βιομηχανία της δισκογραφίας πέθανε, με το Napster να ρίχνει την  πρώτη φτυαριά χώμα πάνω από το κουφάρι της και η έλευση της τεχνολογίας έκανε τα επερχόμενα φεστιβάλ να πνίγονται σε έναν παροξυσμό από insta selfie και live social feed.

Παρακολουθήστε το Woodstock 99: Peace, Love and Rage όχι σαν μουσικό ντοκιμαντέρ, αλλά σαν ταινία τρόμου. Για να μην πω ταινία τρόμου «εποχής» καθώς όλα αυτά μοιάζουν σήμερα τόσο μακρινά.

 
Top